Θα άλλαζες τον κόσμο, ονειρευόσουν, ονειρευόσουν, ονειρευόσουν θάλασσες, θα άλλαζες τον κόσμο πίστευες, το φώναζες με λέξεις, με μουσικές, μ’ ιδρώτα και φωτιά. Κι όπου στεκόσουν μιλούσες για ταξίδια κι άνθρωποι μύριοι άκουγαν μαγεμένοι, πλάθοντας ο καθείς κι από ένα παραμύθι, ίδιο με το χρώμα της ζωής του.— The Revolution Game
Έπειτα νύχτωνε.
Κι ότι απέμενε ήταν ο φόβος σου, ο αιώνιος, ο ακόρεστος φόβος, σε μια ζωή που δεν τολμούσες να αγγίξεις, ναι, θα άλλαζες τον κόσμο ονειρευόσουν, μα τη δική σου ζωή δεν τολμούσες να αγγίξεις, κι όσα ποθούσες σε λέξεις έκλεινες, σε μουσικές, σε στολισμένα σεντούκια φύλαγες καλά, κλειδωμένα, σφαλισμένα σαν τα υγρά σου μάτια, λίγο πριν αποκοιμηθείς…
Θα άλλαζες τον κόσμο, θα τον αλλάξεις, απλά ακόνιζε τα όπλα σου, έτοιμος να είσαι.
Μιαν αγκαλιά, λίγη αγάπη, μια στάλα έρωτα, ένα χαμόγελο, μια μεθυσμένη άνοιξη στην θύμησή σου.
Κι έναν φίλο, νερό να σε κεράσει…
Με ρώτησε προχθές στο τηλέφωνο “γιατί χάνομαι”, την ώρα τη μεσημεριάτικη, που καθισμένος στη βεράντα έπινα λεμονάδα με μπόλικα παγάκια.
Με ρώτησε “τι έχω πάθει και σβήνω τα χνάρια μου απ’ το παρελθόν”, αργά, ένα ένα.
Με ρώτησε “γιατί εγκαταλείπω αυτά που αγάπησα”, γιατί, γιατί, γιατί, ρωτούσε “γιατί” συνέχεια, ακόμα και τώρα που όλα κόντευαν στο τέλος, ρωτούσε γιατί, αντί να πει ένα “σταμάτα”, ένα “σε θέλω”, ένα “μου λείπεις”…
Σιχάθηκα όσους σκέφτονται μονάχα την ισορροπία της καρδιάς τους. Βαρέθηκα όσους μου χαρίζουν “ψυχή” με λόγια, με λόγια φουσκωμένα, με λόγια μόνο, κι έπειτα εύκολα ξεχνούν μόλις το είδωλό τους αντικρίσουν, την ψεύτικη αντανάκλαση του γέλιου τους σ’ έναν καθρέφτη μόλις θαυμάσουν, την καύλα τους μόλις σε παγωμένα κρεβάτια ξεθυμάνουν…
Βαρέθηκα τη γκρίνια, τη μιζέρια, βαρέθηκα τον πόνο μέσα μου τις νύχτες, τις σκέψεις που με μαστιγώνουν στον πρωινό καφέ…
Ξέρω, ξέρω, όλοι “αγαπάτε αληθινά” εκεί έξω ο ένας τον άλλον, είμαι ο μαλάκας που δεν καταλαβαίνει, που δεν γνώρισε ποτέ τι σημαίνει αυτή η γαμημένη λέξη…
Είμαι ο τρελός που χάνεται και ονειρεύεται ουτοπικές κοινωνίες, ιδανικούς έρωτες, αιώνιες φιλίες…
Ξέρω, είμαι ένας κλόουν, δεν έχω τίποτα να χάσω, τίποτα να κερδίσω, μόνο σύντομες παραστάσεις στο μικρό τσίρκο, το μισοφωτισμένο, πριν τη μπύρα, μετά την αγκαλιά, μέσα στη μουσική…
Δεν έχω τίποτα άλλο να δώσω. Τίποτα…
Το μόνο που θέλω απόψε είναι να κοιμηθώ κουλουριασμένος.
Σαν μικρό παιδί…
